Ἡ σύλληψη τοῦ ῾Ηγουμένου Ἐφραὶμ εἶναι παράνομη PDF Εκτύπωση E-mail

Ἡ σύλληψη τοῦ ῾Ηγουμένου Ἐφραὶμ εἶναι παράνομη

 

30 Δεκεμβρίου 2011 — vatopaidifriend4

 

Στὸ σύντομο αὐτὸ σχόλιο ἐκφράζεται ἡ ἄποψη ὅτι ἡ σύλληψη τοῦ Γέροντα Ἐφραὶμ εἶναι παράνομη καὶ ὅτι τὰ ἁρμόδια ὄργανα τοῦ Κράτους ὀφείλουν νὰ ἄρουν ἄμεσα τὴν παρανομία αὐτὴ καὶ νὰ τιμωρήσουν τοὺς ὑπευθύνους. Γιὰ τὴν πληρότητα τῆς ἀνάλυσης, τὸ σχόλιο ἀναφέρεται ἐπίσης σύντομα στὸ νομικὸ καθεστὼς τοῦ Ἁγίου Ὅρους καὶ στὸ νόμῳ ἀβάσιμο καὶ ἀναιτιολόγητο τοῦ βουλεύματος τοῦ Συμβουλίου Ἐφετῶν Ἀθηνῶν ποὺ διατάσσει τὴν προσωρινὴ κράτηση τοῦ Γέροντα Ἐφραὶμ μέχρι νὰ γίνει ἡ δίκη (μὲ ἀνώτατο ὅριο 18 μηνῶν).

Γιὰ νὰ γίνει κατανοητὴ ἡ ἄποψη ὅτι ἡ σύλληψη τοῦ Γέροντα Ἐφραὶμ εἶναι παράνομη, πρέπει πρῶτα νὰ ἐξηγηθεῖ ὅτι τὸ Ἅγιον Ὅρος εἶναι αὐτοδιοίκητο, ἐνῷ συγκεκριμένες διοικητικὲς ἁρμοδιότητες ἔχει τὸ ἑλληνικὸ κράτος, καὶ πνευματικὴ καὶ μόνο δικαιοδοσία ἔχει τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο. Συγκεκριμένα, τὸ Σύνταγμα προβλέπει ὅτι τὸ Ἅγιον Ὅρος εἶναι «…σύμφωνα μὲ τὸ ἀρχαῖο προνομιακὸ καθεστώς του, αὐτοδιοίκητο τμῆμα τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους, τοῦ ὁποίου ἡ κυριαρχία πάνω σ᾿ αὐτὸ παραμένει ἄθικτη. Ἀπὸ πνευματικὴ ἄποψη τὸ Ἅγιο Ὅρος διατελεῖ ὑπὸ τὴν ἄμεση δικαιοδοσία τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου» (ἄρθρο 105, παρ. 1, τοῦ Συντάγματος). «Ἡ διοίκησή του ἀσκεῖται ἀπὸ ἀντιπροσώπους τῶν ἱερῶν μονῶν, οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦν τὴν ἱερὴ κοινότητα» (ἄρθρο 105, παρ. 2). «Ὁ λεπτομερὴς καθορισμὸς τῶν ἁγιορειτικῶν καθεστώτων καὶ τοῦ τρόπου τῆς λειτουργίας τους γίνεται ἀπὸ τὸν καταστατικὸ χάρτη τοῦ Ἁγίου Ὅρους» (ἄρθρο 105, παρ. 3). «Ἡ ἀκριβὴς τήρηση τῶν ἁγιορειτικῶν καθεστώτων τελεῖ ὡς πρὸς τὸ πνευματικὸ μέρος ὑπὸ τὴν ἀνώτατη ἐποπτεία τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου καὶ ὡς πρὸς τὸ διοικητικὸ μέρος ὑπὸ τὴν ἐποπτεία τοῦ Κράτους, στὸ ὁποῖο ἀνήκει ἀποκλειστικὰ καὶ ἡ διαφύλαξη τῆς δημόσιας τάξης καὶ ἀσφάλειας (ἄρθρο 105, παρ. 4). «Οἱ πιὸ πάνω ἐξουσίες τοῦ Κράτους ἀσκοῦνται ἀπὸ διοικητή, τοῦ ὁποίου τὰ δικαιώματα καὶ καθήκοντα καθορίζονται μὲ νόμο …» (ἄρθρο 105, παρ. 5).

Γιατί λοιπὸν εἶναι παράνομη ἡ σύλληψη τοῦ Γέροντα Ἐφραίμ; Γιατὶ ὁ εἰσαγγελέας καὶ οἱ ἀστυνομικὲς δυνάμεις, μὲ τὴν αὐθαίρετη εἰσβολὴ καὶ τὸν βίαιο ἀποκλεισμὸ τῶν δρόμων τοῦ Ἁγίου Ὅρους χωρὶς τὴν ἐνημέρωση καὶ συνδρομὴ τῆς Ἱερᾶς Ἐπιστασίας, παραβίασαν τὸν Καταστατικὸ Χάρτη καὶ τὸ συνταγματικὰ προστατευόμενο αὐτοδιοίκητο τοῦ Ἁγίου Ὅρους. Συγκεκριμένα, ὁ τρόπος σύλληψης παραβιάζει τὸ ἄρθρο 8 τοῦ Καταστατικοῦ Χάρτη, τὸ ὁποῖο προβλέπει ὅτι «Αἱ δικαστικαὶ ἀποφάσεις αἱ κατὰ τὸ προηγούμενον ἄρθρον ἐκδιδόμεναι ἐκτελοῦνται διὰ διαταγῆς τοῦ ἐν Ἁγίῳ Ὄρει Διοικητοῦ καὶ διὰ τῶν ὑπ᾿ αὐτὸν ὀργάνων, συμπράττοντος ἑνὸς τῶν ἐπιστατῶν. Ὁ πρωτεπιστάτης ἀπαλλάσσεται τῆς τοιαύτης συμπράξεως». Παραβιάστηκε ἐπίσης τὸ ἄρθρο 35 τοῦ Καταστατικοῦ Χάρτη , τὸ ὁποῖο ὁρίζει ὅτι «Αἱ δικαστικαὶ ἀρχαὶ τοῦ Κράτους, ἐπιλαμβανόμεναι τῆς διώξεως πλημμελημάτων ἢ κακουργημάτων ἐντὸς τοῦ Ἁγίου Ὅρους, ἀποστέλλουσιν ἐκεῖ ἀνακριτικὸν ὑπάλληλον, ὅστις ὑποχρεοῦται νὰ καλέσῃ παραχρῆμα τὴν ἱερὰν ἐπιστασίαν ὅπως ἀποστείλῃ κατὰ τὰ εἰωθότα ἕνα τῶν ἐπιστατῶν, παριστάμενον κατὰ τὴν ἐνέργειαν τῶν ἀνακριτικῶν πράξεων καὶ παρέχοντα τὴν συνδρομήν του εἰς τὴν ταχεῖαν διεξαγωγὴν τῶν ἀνακριτικῶν ἔργων».

Τὸ δὲ ἄρθρο 7, τὸ ὁποῖο ἀναφέρεται στὸ ἄρθρο 8, προβλέπει ὅτι « … Ἐπὶ ἀδικημάτων τοῦ κοινοῦ ποινικοῦ νόμου, πλὴν τῶν πταισμάτων, ἁρμόδια εἶναι τὰ ἐν Θεσσαλονίκῃ ποινικὰ δικαστήρια», πρᾶγμα τὸ ὁποῖο θέτει καὶ ζήτημα ἀναρμοδιότητας τοῦ Συμβουλίου Ἐφετῶν Ἀθηνῶν νὰ δικάσει ἕναν Ἁγιορείτη Μοναχό. Τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ διοικητὴς τοῦ Ἁγίου Ὅρους ἐξέφρασε τὴν λύπη του γιὰ τὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο μεθοδεύτηκε ἡ σύλληψη τοῦ Γέροντα Ἐφραὶμ ἀποτελεῖ ἔμμεση ὁμολογία τῆς παρανομίας ποὺ διαπράχτηκε ἀπὸ τὸ ἑλληνικὸ Κράτος, πρᾶγμα τὸ ὁποῖο προκάλεσε καὶ τὴν δικαιολογημένη ἀντίδραση τῆς ὁμόδοξης Ρωσίας.

Γιὰ τὴν πληρότητα τῆς ἀνάλυσης πρέπει τέλος νὰ τονισθεῖ ὅτι τὸ βούλευμα τοῦ Συμβουλίου Ἐφετῶν εἶναι ἀβάσιμο καὶ ἀναιτιολόγητο καὶ ὁ Εἰσαγγελέας τοῦ Ἀρείου Πάγου, ὁ μόνος ποὺ μπορεῖ νὰ ἀσκήσει ἔνδικο μέσο κατὰ τοῦ βουλεύματος, ὀφείλει νὰ ἀσκήσει ἀναίρεση, ἂν θέλει νὰ περισώσει τὸ κῦρος τῆς Δικαιοσύνης καὶ τῶν λειτουργῶν της. Σύμφωνα μὲ τὸ βούλευμα τοῦ Συμβουλίου Ἐφετῶν Ἀθηνῶν, ἡ προσωρινὴ κράτηση διατάσσεται προκειμένου νὰ ἀποφευχθεῖ ἡ ἐκ μέρους τοῦ κατηγορουμένου τέλεση νέων ἀξιοποίνων πράξεων. Ὡς περιστατικὰ τῆς προηγουμένης ζωῆς αὐτοῦ ἢ ἰδιαίτερα χαρακτηριστικὰ τῆς πράξεως ποὺ στηρίζουν αὐτὴ τὴν κρίση τὸ ἔνταλμα μνημονεύει: (α) τὴν ἐκμετάλλευση τῆς ἰδιότητός του ὡς καθηγουμένου ἁγιορειτικῆς μονῆς παγκοσμίας ἀκτινοβολίας, ὥστε νὰ ἐπηρεάσει πολιτικὰ πρόσωπα καὶ κρατικοὺς λειτουργούς, (β) τὴν ἐπανειλημμένη τέλεση πράξεων, οἱ ὁποῖες εἶναι ἀντίθετες πρὸς τὸ μοναχικὸ πολίτευμα καὶ τὴν πνευματικὴ ἀποστολή του, καὶ (γ) τὴν πρόκληση ἰδιαιτέρως μεγάλης ζημίας στὴν δημόσια περιουσία.

Ὅμως τὰ στοιχεῖα αὐτὰ δὲν δικαιολογοῦν τὸ ἔσχατο μέτρο τῆς προφυλάκισης. Ἀντίθετα, ἡ ἀπόφαση προφυλάκισης μὲ αἰτιολογικὸ ὅτι ὁ κατηγορούμενος θὰ τελέσει καὶ ἄλλα ἀδικήματα εἶναι νόμῳ ἀβάσιμη, γιατὶ δὲν ἔχει ἀποδειχτεῖ καὶ κριθεῖ ἀπὸ δικαστήριο ὅτι ὁ κατηγορούμενος ἔχει διαπράξει οἱοδήποτε ἀδίκημα. Εἰδικότερα, ὁ ἐπηρεασμὸς πολιτικῶν προσώπων δὲν ἀποτελεῖ ποινικὸ ἀδίκημα, καὶ μέχρι νὰ κριθεῖ ἀπὸ τὸ ἁρμόδιο δικαστήριο, ἕνα δικαστικὸ συμβούλιο δὲν μπορεῖ σύμφωνα μὲ τὸν νόμο νὰ παραβιάσει τὸ τεκμήριο ἀθῳότητας καὶ νὰ λάβει ὡς δεδομένο ὅτι ὁ Γέροντας Ἐφραὶμ ἔχει ἤδη ἐπηρεάσει πολιτικοὺς καὶ δημοσίους λειτουργοὺς καὶ ἐπιτύχει μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ ἕνα παράνομο ἀποτέλεσμα. Ἔπειτα, κανένα συμβούλιο ἡ ποινικὸ δικαστήριο δὲν μπορεῖ νὰ κρίνει ἕναν Ἁγιορείτη Μοναχὸ γιὰ παραβίαση τοῦ μοναχικοῦ πολιτεύματος καὶ τῆς πνευματικῆς ἀποστολῆς του. Αὐτὸς ὁ πνευματικὸς ἔλεγχος ἀνήκει στὴν δικαιοδοσία τοῦ οἰκείου ἐπισκόπου τοῦ Ἁγίου Ὅρους, δηλαδὴ τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου. Τέλος, ἡ ἐπίκληση τῆς ὑπόθεσης ὅτι ὁ Γέροντας Ἐφραὶμ ἔχει προκαλέσει ζημία στὸ δημόσιο εἶναι παράνομη, ἀφοῦ παραβιάζει τὸ τεκμήριο ἀθωότητας τοῦ κατηγορουμένου. Τὸ οὐσιαστικὸ ζητούμενο τῆς δίκης, ἡ ζημία τοῦ δημοσίου, μένει νὰ ἀποδειχτεῖ καὶ νὰ κριθεῖ ἀπὸ τὸ ἁρμόδιο δικαστήριο, καὶ δὲν μπορεῖ νὰ γίνεται βάση ἀπόφασης προφυλάκισης.

Ἀπὸ τὰ ἀνωτέρω γίνεται σαφὲς ὅτι τὸ Κράτος ἔχει παρανομήσει παραβιάζοντας τὸν Καταστατικὸ Χάρτη τοῦ Ἁγίου Ὅρους, τὸ Σύνταγμα τῆς Χώρας καὶ διεθνεῖς συνθῆκες. Ἡ ἀρχὴ τοῦ κράτους δικαίου καὶ τὸ κατοχυρωμένο ἀπὸ τὸ Σύνταγμα καὶ διεθνεῖς συνθῆκες ἀνθρώπινο δικαίωμα τῆς ἐλευθερίας καὶ ἡ ἀρχὴ ὅτι οὐδεὶς στερεῖται τῆς ἐλευθερίας του χωρὶς ἐπαρκῶς αἰτιολογημένη ἀπόφαση τοῦ ἁρμοδίου δικαστηρίου ἔχουν παραβιαστεῖ. Τὰ ἁρμόδια ὄργανα τοῦ κράτους ὀφείλουν νὰ ἀποκαταστήσουν τὴν νομιμότητα ἄμεσα, γιὰ νὰ ἀποφευχθεῖ ἡ αὐτοδικία στὸ ἐσωτερικὸ καὶ ἡ ἐπίκληση τῆς διεθνοῦς εὐθύνης τῆς Χώρας ἀπὸ ξένα Κράτη καὶ τὴν καταρράκωση ἔτσι τοῦ κύρους τῆς Χώρας στὸ ἐξωτερικό.

 

Σπύρος Μπαζίνας

 

Σύντομο βιογραφικὸ τοῦ καθηγητῆ Σπύρου Μπαζίνα

Ὁ καθηγητὴς Σπύρος Μπαζίνας εἶναι ἀνώτερο στέλεχος τῆς Νομικῆς Ὑπηρεσίας τῶν ῾Ηνωμένων Ἐθνῶν στὴν ἐπιτροπὴ γιὰ τὸ Διεθνὲς Ἐμπορικὸ Δίκαιο (UNCITRAL). Ἀπὸ τὸ 1989 ἐργάζεται στὸν ΟΗΕ καὶ μεταξὺ ἄλλων ἔχει ἀσχοληθεῖ μὲ τὸ ἔργο τῆς Ἐπιτροπῆς γιὰ τὸ ἠλεκτρονικὸ ἐμπόριο, τὴ διασυνοριακὴ ἀφερεγγυότητα, τὴν προμήθεια καὶ τραπεζικὲς ἐγγυήσεις. Ἔχει συγγράψει ἑπτὰ βιβλία καὶ ἔχει δημοσιεύσει ἀρκετὰ ἄρθρα σὲ πολλὲς γλῶσσες, σὲ διάφορα θέματα δικαίου καὶ ἰδίως σὲ θέματα διεθνοῦς καὶ ἐμπορικοῦ δικαίου. Ἔχει ἐπίσης διδάξει σὲ ὅλο τὸν κόσμο σὲ μία ποικιλία θεμάτων σχετικὰ μὲ τὴν UNCITRAL.